Μετάφραση του "impliquer" σε Ελληνικά
Οι εμπλέκω, υπονοώ, συμμετέχω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "impliquer" σε Ελληνικά.
impliquer
verb
γραμματική
-
εμπλέκω
verbCommandement d'unités militaires impliquées dans la répression des manifestations.
Διοίκηση στρατιωτικών μονάδων που εμπλέκονται στην καταστολή διαδηλώσεων.
-
υπονοώ
verbVotre réponse implique que vous êtes capable de faire du mal.
Με την απάντησή σας υπονοήσατε ότι είστε ικανός να κάνετε κακό.
-
συμμετέχω
verbCe groupe est impliqué dans la préparation des lignes directrices sectorielles.
Η ομάδα αυτή συμμετέχει στη χάραξη των τομεακών κατευθυντήριων γραμμών.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- περιλαμβάνω
- προϋποθέτω
- περικλείω
- εντάσσω
- υπάγω
- καταπιάνομαι
- ενασχολούμαι
- καταγίνομαι
- προκύπτει
- συνεπάγεται
- τεκμαίρεται
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " impliquer " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη