Μετάφραση του "impoli" σε Ελληνικά
Οι αγενής, ανάγωγος, άξεστος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "impoli" σε Ελληνικά.
impoli
adjective
noun
masculine
γραμματική
Qui a de mauvaises manières.
-
αγενής
adjective masculineVous faisiez votre travail, et j'ai été très impolie.
Εσύ τη δουλειά σου έκανες και εγώ ήμουν τόσο αγενής.
-
ανάγωγος
adjectiveVotre servant est bien impoli.
Θείε, ο υπηρέτης σας είναι ανάγωγος.
-
άξεστος
adjective masculine -
σκαιός
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " impoli " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη