Μετάφραση του "interruption" σε Ελληνικά

Οι διακοπή, διάλειμμα, παρέμβαση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "interruption" σε Ελληνικά.

interruption noun feminine γραμματική

interruption (repos) [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διακοπή

    noun feminine

    C'est pourquoi ces mesures doivent continuer d'être appliquées sans interruption.

    Επομένως, τα μέτρα αυτά πρέπει να εξακολουθήσουν να ισχύουν χωρίς διακοπή.

  • διάλειμμα

    noun neuter

    Pendant ces interruptions, le conducteur ne peut effectuer d’autres travaux.

    Κατά τη διάρκεια των διαλειμμάτων αυτών, ο οδηγός δεν μπορεί να εκτελεί άλλη εργασία.

  • παρέμβαση

    noun feminine

    Veuillez nous excuser pour cette interruption.

    Ζητάμε συγγνώμη για αυτή την παρέμβαση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • παρεμβολή
    • διάρρηξη
    • παγίδευση
    • διάσπαση
    • εξάρθρωση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " interruption " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "interruption" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "interruption" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη