Μετάφραση του "invalidation" σε Ελληνικά

Το ακύρωση είναι η μετάφραση του "invalidation" σε Ελληνικά.

invalidation noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακύρωση

    noun

    en cas de dépôt d’une déclaration complémentaire, ladite déclaration ainsi que toute modification ou invalidation de celle-ci.

    όταν έχει υποβληθεί συμπληρωματική διασάφηση, την εν λόγω διασάφηση και κάθε τροποποίηση ή ακύρωση αυτής.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " invalidation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "invalidation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη