Μετάφραση του "invalidation" σε Ελληνικά
Το ακύρωση είναι η μετάφραση του "invalidation" σε Ελληνικά.
invalidation
noun
feminine
γραμματική
-
ακύρωση
nounen cas de dépôt d’une déclaration complémentaire, ladite déclaration ainsi que toute modification ou invalidation de celle-ci.
όταν έχει υποβληθεί συμπληρωματική διασάφηση, την εν λόγω διασάφηση και κάθε τροποποίηση ή ακύρωση αυτής.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " invalidation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη