Μετάφραση του "invalider" σε Ελληνικά

Το ακυρώνω είναι η μετάφραση του "invalider" σε Ελληνικά.

invalider verb γραμματική

Rendre nul un acte antérieur. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακυρώνω

    verb

    Néanmoins, les autorités de Macao n’ont pas invalidé les certificats d’origine.

    Ωστόσο, οι αρχές του Μακάο δεν ακύρωσαν τα πιστοποιητικά καταγωγής.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " invalider " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "invalider" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "invalider" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη