Μετάφραση του "invalider" σε Ελληνικά
Το ακυρώνω είναι η μετάφραση του "invalider" σε Ελληνικά.
invalider
verb
γραμματική
Rendre nul un acte antérieur. [..]
-
ακυρώνω
verbNéanmoins, les autorités de Macao n’ont pas invalidé les certificats d’origine.
Ωστόσο, οι αρχές του Μακάο δεν ακύρωσαν τα πιστοποιητικά καταγωγής.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " invalider " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "invalider" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ανάπηρος πολέμου
-
περίθαλψη αναπήρων
-
άκυρος · ανάπηρος
-
άκυρος · ανάπηρος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη