Μετάφραση του "inventeur" σε Ελληνικά

Το εφευρέτης είναι η μετάφραση του "inventeur" σε Ελληνικά.

inventeur noun masculine γραμματική

Personne qui invente

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εφευρέτης

    noun

    personne qui renouvelle, augmente ou modifie la science ou l'art [..]

    Vous avez dit qu'un inventeur n'est payé que lorsqu'il a une idée.

    Είπατε ότι ο εφευρέτης πληρώνεται μόνο όταν έχει κάποια ιδέα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " inventeur " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "inventeur" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "inventeur" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη