Μετάφραση του "invention" σε Ελληνικά

Οι εφεύρεση, επινόηση, εφεύρημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "invention" σε Ελληνικά.

invention noun feminine γραμματική

Action de créer quelque chose de nouveau, notamment un dispositif technique.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εφεύρεση

    noun feminine

    L'abaque est une invention chinoise.

    Ο άβακας είναι μια κινεζική εφεύρεση.

  • επινόηση

    noun feminine

    C'est seulement encore une invention des mecs pour nous avoir dans leur poche.

    Είναι ακόμα μία επινόηση των αντρών για να μας ρίξουν.

  • εφεύρημα

    noun neuter
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ανακάλυψη
    • Εφεύρεση
    • επινόημα
    • κατασκευή
    • εφευρετικότητα
    • εύρεση
    • επινοητοκότητα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " invention " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "invention" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη