Μετάφραση του "journalier" σε Ελληνικά
Οι καθημερινός, μεροκαματιάρης, ημερήσιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "journalier" σε Ελληνικά.
journalier
adjective
noun
masculine
γραμματική
Qui se produit tous les jours.
-
καθημερινός
adjectiveSon chambellan personel surveille, ses repas, ses vêtements et ses bains journaliers.
Ο προσωπικός του αυλάρχης επιβλέπει τα γεύματα τα ενδύματα και τα καθημερινά μπάνια του.
-
μεροκαματιάρης
masculineOncle Juan était un journalier.
Ο θείος μου, ο Χουάν, ήταν ένας μεροκαματιάρης.
-
ημερήσιος
adjectiveMoyenne journalière maximale sur 8 heures
Μέγιστος ημερήσιος μέσος όρος 8 ωρών
-
μισθωτός
adjective noun masculine5 Les travailleurs salariés ont le droit de percevoir les indemnités journalières dans plusieurs hypothèses:
5 Οι μισθωτοί έχουν το δικαίωμα να λαμβάνουν ημερήσια αποζημίωση σε διάφορες περιπτώσεις:
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " journalier " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "journalier" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μεροκαματιάρης · μισθωτός
-
ημερήσια επιτρεπόμενη δόση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη