Μετάφραση του "journalisme" σε Ελληνικά

Το δημοσιογραφία είναι η μετάφραση του "journalisme" σε Ελληνικά.

journalisme noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δημοσιογραφία

    noun feminine

    activité qui consiste à recueillir, vérifier ou commenter des faits pour les porter à l'attention du public dans les médias en respectant une déontologie

    Le journalisme, c'est bien plus que du sang et du sexe.

    Η δημοσιογραφία είναι πολύ περισσότερα από αίμα και σεξ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " journalisme " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "journalisme" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "journalisme" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη