Μετάφραση του "licite" σε Ελληνικά

Οι νόμιμος, θεμιτός, σύννομος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "licite" σε Ελληνικά.

licite verb γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • νόμιμος

    adjective masculine

    B – Le fait de considérer les associés originaires des nouveaux États membres comme des travailleurs est-il licite?

    Β – Επί του αν είναι νόμιμος ο χαρακτηρισμός των εταίρων που είναι υπήκοοι «νέων» κρατών μελών

  • θεμιτός

    adjective

    Partant, l’objectif original et principal dudit système aurait été licite.

    Ως εκ τούτου, ο αρχικός και κύριος σκοπός του εν λόγω συστήματος ήταν θεμιτός.

  • σύννομος

    adjective

    L’objet doit être licite (35).

    Ο εταιρικός αυτός σκοπός πρέπει να είναι σύννομος (35).

  • έννομος

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " licite " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "licite" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη