Μετάφραση του "limitation" σε Ελληνικά

Το περιορισμός είναι η μετάφραση του "limitation" σε Ελληνικά.

limitation noun feminine γραμματική

Qualité d'être limité ou restreint.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • περιορισμός

    noun masculine

    L'omission de cette limitation explicite pourrait entraîner un préjudice injustifié aux intérêts du titulaire du droit.

    Η παράλειψη αυτού του ρητού περιορισμού μπορεί να οδηγήσει σε αδικαιολόγητη ζημία του δικαιούχου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " limitation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "limitation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "limitation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη