Μετάφραση του "limitation" σε Ελληνικά
Το περιορισμός είναι η μετάφραση του "limitation" σε Ελληνικά.
limitation
noun
feminine
γραμματική
Qualité d'être limité ou restreint.
-
περιορισμός
noun masculineL'omission de cette limitation explicite pourrait entraîner un préjudice injustifié aux intérêts du titulaire du droit.
Η παράλειψη αυτού του ρητού περιορισμού μπορεί να οδηγήσει σε αδικαιολόγητη ζημία του δικαιούχου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " limitation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "limitation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
περιορισμός εμπορίας
-
Περιορισμός αιτήσεων Web
-
όριο όχλησης (εισροής ρύπων)
-
συμφωνία περιορισμού
-
όριο ταχύτητας
-
περιορισμός αριθμού αιτήσεων · περιορισμός εύρους ζώνης
-
περιορισμός των εξοπλισμών
-
περιορισμός της παραγωγής
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη