Μετάφραση του "logarithme" σε Ελληνικά

Οι λογάριθμος, Λογάριθμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "logarithme" σε Ελληνικά.

logarithme noun masculine γραμματική

Fonction mathématique (1): [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λογάριθμος

    noun masculine

    Puissance à laquelle un nombre fixe (la base) doit être élevé pour obtenir un nombre donné.

    Le logarithme de Pow indique le potentiel de bioconcentration d'un produit chimique par les organismes aquatiques.

    Ο λογάριθμος του Pow χρησιμοποιείται ως ένδειξη της δυνητικότητας βιοσυγκέντρωσης μίας χημικής ουσίας σε υδρόβιους οργανισμούς.

  • Λογάριθμος

    famille de fonction mathématiques pour lesquelles l'image d'un produit est la somme des images

    Le logarithme de Pow indique le potentiel de bioconcentration d'un produit chimique par les organismes aquatiques.

    Ο λογάριθμος του Pow χρησιμοποιείται ως ένδειξη της δυνητικότητας βιοσυγκέντρωσης μίας χημικής ουσίας σε υδρόβιους οργανισμούς.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " logarithme " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "logarithme" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "logarithme" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη