Μετάφραση του "logement" σε Ελληνικά

Οι κατοικία, στέγαση, διαμέρισμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "logement" σε Ελληνικά.

logement noun masculine γραμματική

Local d'habitation. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατοικία

    noun feminine

    tout endroit où une ou plusieurs personnes peuvent s'abriter

    L'objectif est de présenter les modalités de jouissance suivant lesquelles le logement est occupé.

    Αποσκοπεί να καταδείξει τις ρυθμίσεις καθεστώτος ιδιοκτησίας υπό τις οποίες κατοικείται η κατοικία.

  • στέγαση

    noun

    Maisons d'habitations considérées collectivement.

    Les personnes vulnérables qui ne se voient pas proposer un autre logement doivent être protégées contre l’expulsion».

    Τα ευάλωτα άτομα στα οποία δεν παρέχεται εναλλακτική στέγαση πρέπει να προστατεύονται από την έξωση».

  • διαμέρισμα

    noun neuter

    Eh bien, cette année, nous ne pouvons pas vous donner de logement.

    Δυστυχώς δεv μπορούμε vα σας δώσουμε διαμέρισμα φέτος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • στέγη
    • κατάλυμα
    • διαμονή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " logement " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "logement"

Φράσεις παρόμοιες με "logement" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "logement" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη