Μετάφραση του "lynchage" σε Ελληνικά
Το Λυντσάρισμα είναι η μετάφραση του "lynchage" σε Ελληνικά.
lynchage
noun
masculine
γραμματική
Exécution d'une personne par un groupe de personnes sans respecter la loi.
-
Λυντσάρισμα
exécution sommaire commise par une foule
Une histoire sur le racisme, le lynchage, le viol.
Αναφέρεται στον ρατσισμό στο λυντσάρισμα, στον βιασμό.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " lynchage " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη