Μετάφραση του "lyncher" σε Ελληνικά

Οι λιντσάρω, λυντσάρω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lyncher" σε Ελληνικά.

lyncher verb γραμματική

Commettre un acte de violence par une foule sur une autre personne.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λιντσάρω

    verb
  • λυντσάρω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lyncher " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lyncher" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη