Μετάφραση του "menstruation" σε Ελληνικά

Οι εμμηνόρροια, εμμηνορρυσία, περίοδος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "menstruation" σε Ελληνικά.

menstruation noun feminine γραμματική

Ensemble des phénomènes qui se manifestent dans les organes génitaux de la femme (1) [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εμμηνόρροια

    noun feminine

    Ensemble des phénomènes qui se manifestent dans les organes génitaux de la femme

    Le seul point commun chez les femmes, c'est la menstruation.

    Δεν υπάρχει τίποτε κοινό μεταξύ των γυναικών εκτός από την εμμηνόρροια.

  • εμμηνορρυσία

    noun
  • περίοδος

    noun feminine

    Elle a feint sa menstruation avec du sang de poulet.

    Την πασάλειψαν με αίμα από κοτόπουλο για να φαίνεται ότι έχει περίοδο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Εμμηνόρροια
    • έμμηνα
    • καταμήνια
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " menstruation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "menstruation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη