Μετάφραση του "mental" σε Ελληνικά
Οι πνευματικός, διανοητικός, νοητικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mental" σε Ελληνικά.
mental
adjective
noun
masculine
γραμματική
De ou appartenant à l'esprit.
-
πνευματικός
adjective masculineσε σχέση με το πνεύμα ως διανοητική εργασία ή ικανότητα
J'en ai vraiment marre que ma santé mentale soit remise en question!
Βαρέθηκα να μου αμφισβητούν την πνευματική μου κατάσταση!
-
διανοητικός
adjective masculinePour être franc, c'est votre propre état mental qui me préoccupe.
Πιο πολύ ανησυχώ για τη δική σου διανοητική υγεία.
-
νοητικός
adjective masculineEn dépit de ça, les parties manquantes sont responsables des fonctions mentales.
Αδιάφορο, τα τμήματα που λείπουν ευθύνονται για την ανώτερη νοητική λειτουργία.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " mental " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "mental" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άτομο με διανοητική μειονεξία
-
Νοεροί υπολογισμοί
-
νοητική επίδραση
-
διανοητική διαταραχή · ψυχική ασθένεια · ψυχική διαταραχή · ψυχική νόσος · ψυχοπάθεια
-
Ψυχική ασθένεια
-
επιστήμη πνευματικής υγιεινής · ψυχοθεραπεία
-
ψυχολογική χειραγώγηση
-
Νευρική ανορεξία · ανορεξία · νευρική ανορεξία · νευρογενής ανορεξία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη