Μετάφραση του "nom propre" σε Ελληνικά

Το κύριο όνομα είναι η μετάφραση του "nom propre" σε Ελληνικά.

nom propre noun masculine γραμματική

Tout mot ou expression désignant une personne, un lieu, une classe, ou une chose particuliers.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κύριο όνομα

    noun neuter

    De telles qualités sont reconnues aux noms propres, le marché en montrant de nombreux exemples.

    Τέτοιες ιδιότητες αναγνωρίζονται στα κύρια ονόματα, η δε αγορά καταδεικνύει συναφώς πολλά παραδείγματα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " nom propre " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "nom propre" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη