Μετάφραση του "offre" σε Ελληνικά

Οι προσφορά, παροχή, προμήθεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "offre" σε Ελληνικά.

offre noun verb feminine γραμματική

programme de parrainage (de sponsoring)

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • προσφορά

    noun feminine

    πώληση σε ειδική τιμή [..]

    Elle soutient l’avoir considéré comme inutile pour la formulation des offres.

    Υποστηρίζει ότι τον θεώρησε περιττό για την υποβολή των προσφορών.

  • παροχή

    Le choix ainsi offert aux consommateurs pourrait stimuler la concurrence dans les services de conversion de devises.

    Η παροχή της δυνατότητας επιλογής στους καταναλωτές μπορεί να τονώσει τον ανταγωνισμό όσον αφορά τη μετατροπή νομισμάτων.

  • προμήθεια

    noun

    En regroupant totalement ou partiellement leurs offres de capacité de secteur spatial, ils restreignent la concurrence entre eux.

    Συγκεντρώνοντας το σύνολο ή μέρος των προμηθειών του δυναμικού διαστημικού τμήματος, περιορίζουν τον ανταγωνισμό μεταξύ τους.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εφοδιασμός
    • πρόταση
    • προσφέρω
    • υπεράσπιση
    • συνηγορία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " offre " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "offre" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • προσφορά εργασίας
  • ομαδοποιώ
  • αποδίδω · αποτελώ · γίνομαι δωρητής · δίνω · διαθέτω · δωρίζω · εισάγω · θυσιάζω · κάνω · παράγω · παραδίδω · παραχωρώ · παρουσιάζω · προθυμοποιούμαι · προμηθεύω · προσφέρομαι · προσφέρω · προσφορά · υποβάλλω προσφορά · χαρίζω
  • δημόσια προσφορά εξαγοράς μετοχών
  • δημόσια προσφορά εξαγοράς μετοχών
  • Ειδική προσφορά γνωριμίας της πλατφόρμας Windows Azure για συνεργάτες
  • πλειοδότης
  • προσφορά ενέργειας
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "offre" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη