Μετάφραση του "offrir" σε Ελληνικά

Οι προσφέρω, δίνω, δωρίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "offrir" σε Ελληνικά.

offrir verb γραμματική

Soumettre quelque chose à l'acceptation ou au rejet d'une personne. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • προσφέρω

    verb

    Parmi les universités défenderesses, seule celle de Liège offre un cycle de doctorat .

    Από τα καθών πανεπιστήμια, μόνο το της Λιέγης προσφέρει κύκλο μαθημάτων προς απόκτηση πτυχίου .

  • δίνω

    verb

    Je pourrais vous offrir quelque chose de plus cher encore.

    Ίσως σου δώσω κάτι που να αξίζει παραπάνω.

  • δωρίζω

    verb

    Quand on est vaincu par un adversaire supérieur, on lui offre son arme.

    Αν σε νικήσει ανώτερος εχθρός του δωρίζεις το όπλο σου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • προσφορά
    • προθυμοποιούμαι
    • προσφέρομαι
    • διαθέτω
    • παρουσιάζω
    • αποτελώ
    • κάνω
    • παραχωρώ
    • χαρίζω
    • θυσιάζω
    • προμηθεύω
    • εισάγω
    • αποδίδω
    • παράγω
    • γίνομαι δωρητής
    • παραδίδω
    • υποβάλλω προσφορά
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " offrir " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "offrir"

Φράσεις παρόμοιες με "offrir" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "offrir" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη