Μετάφραση του "origami" σε Ελληνικά

Οι οριγκάμι, Οριγκάμι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "origami" σε Ελληνικά.

origami noun masculine γραμματική

origami (pliage de papier)

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • οριγκάμι

    Tes mains étaient dans ton froc, comme si tu faisais un origami.

    Έιχες τα χέρια στις τσέπες, και φαινόταν σαν να έφτιαχνες οριγκάμι.

  • Οριγκάμι

    art du pliage du papier

    J'essayais de plier un millier de grues origami.

    Προσπαθούσα να φτιάξω χίλιους γερανούς Οριγκάμι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " origami " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "origami"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "origami" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη