Μετάφραση του "orographique" σε Ελληνικά
Το ορογραφικός είναι η μετάφραση του "orographique" σε Ελληνικά.
orographique
adjective
masculine
γραμματική
Associé avec ou induit par la présence de montagnes.
-
ορογραφικός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " orographique " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη