Μετάφραση του "outillage" σε Ελληνικά

Το εργαλείο είναι η μετάφραση του "outillage" σε Ελληνικά.

outillage noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εργαλείο

    noun neuter

    Gros outillage et petit outillage et accessoires divers

    Μεγάλα εργαλεία και εξοπλισμός και μικρά εργαλεία και διάφορα εξαρτήματα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " outillage " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "outillage" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη