Μετάφραση του "outrageant" σε Ελληνικά

Οι προσβλητικός, υβριστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "outrageant" σε Ελληνικά.

outrageant adjective verb masculine γραμματική

Qui fait une injure grave de fait ou de parole.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • προσβλητικός

    adjective
  • υβριστικός

    Adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " outrageant " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "outrageant" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • περιυβρίζω · προσβάλλω
  • έκτροπο · αγριότητα · περιφρόνηση · προσβολή · σκάνδαλο · ωμότητα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "outrageant" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη