Μετάφραση του "pincer" σε Ελληνικά

Οι τσιμπώ, μαγκώνω, σφίγγω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pincer" σε Ελληνικά.

pincer verb γραμματική

prendre qc avec ses doigts

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τσιμπώ

    verb

    πιέζω με μυτερό όργανο [..]

  • μαγκώνω

    verb
  • σφίγγω

    verb

    tu peux sentir le nœud se resserrer autour de ton petit cou fragile.

    Μπορείς να νιώσεις τη θηλιά να σφίγγει γύρω από τον μικρό, εύθραυστο λαιμό.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τσίμπημα
    • αρπάζω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pincer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "pincer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • εξουσία εκτίμησης
  • αγοραστική δύναμη
  • Εξουσία · έγγραφο πληρεξουσιότητας · αλκή · απολύω · αρχές · αρχομανής · αυθεντία · δημόσιο αξίωμα · διακυβέρνηση · δυναμικότητα · δύναμαι · δύναμη · εξουσία · επιρροή · επιτρέπεται · ικανότητα · κονσέρβα · κονσερβοποιώ · κυβέρνηση · μπορώ · ρωμαλεότητα · ρώμη
  • ομάδα Power Users
  • ψαλίδα τάξης Dermaptera
  • μπορώ να χρησιμοποιήσω το τηλέφωνό σας; · μπορώ να χρησιμοποιήσω το τηλέφωνό σου;
  • κατάχρηση εξουσίας
  • κάποιες φορές αλλάζει
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pincer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη