Μετάφραση του "pinces" σε Ελληνικά
Οι λαβίδες, πένσα, χειροπέδη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pinces" σε Ελληνικά.
pinces
noun
verb
feminine
γραμματική
Un outil de prise qui multiplie la force de la main de l'utilisateur. [..]
-
λαβίδες
L’ange tient une épée sur un dessin, des pinces sur l’autre.
Ο άγγελος κρατάει λαβίδα στη μία εικόνα αλλά σπαθί στην άλλη.
-
πένσα
noun feminineEnfin, plus que des pinces, un marteau et un tournevis.
Θέλω να πω περισσότερα απο μια πένσα, ένα σφυρί και ένα κατσαβίδι.
-
χειροπέδη
noun femininebracelets [..]
-
τανάλια
noun feminineSon incisive tait fendue comme si quelqu'un avait essay de l'enlever avec des pinces.
Ο πλάγιος κοπτήρας της ήταν κομμένος, σαν να τον έβγαλε κάποιος με τανάλια.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pinces " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "pinces"
Φράσεις παρόμοιες με "pinces" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ψαλίδα τάξης Dermaptera
-
αρπάζω · μαγκώνω · σφίγγω · τσίμπημα · τσιμπώ
-
λαβίδα
-
κόφτης
-
μανταλάκι
-
Πένσα · δαγκάνα · λαβίδες · νύχι · πένσα
-
κόφτης
-
κροκοδειλάκι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη