Μετάφραση του "pion" σε Ελληνικά

Οι πιόνι, πούλι, στρατιώτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pion" σε Ελληνικά.

pion noun masculine γραμματική

Pièce de jeu d’échecs. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πιόνι

    noun neuter

    Κομμάτι στο σκάκι, που έχει τη μικρότερη αξία.

    Je ne veux pas être un pion dans cet échange de prisonniers.

    Δεν θα γίνω πιόνι σε αυτή την ανταλλαγή αιχμαλώτων.

  • πούλι

    noun neuter

    C'est un pion de Monopoly.

    Είναι πούλι απ'την μονόπολυ.

  • στρατιώτης

    noun masculine

    Quelque fois pour gagner, une reine doit sacrifier un pion.

    Ενίοτε, για να κερδίσει η βασίλισσα πρέπει να θυσιάσει έναν στρατιώτη.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • υποχείριο
    • ενεργούμενο
    • Πιόνι
    • μαριονέτα
    • ανδρείκελο
    • Πιόνιο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pion " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "pion"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pion" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη