Μετάφραση του "priapisme" σε Ελληνικά

Οι πριαπισμός, Πριαπισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "priapisme" σε Ελληνικά.

priapisme noun masculine

Pathologie (1) [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πριαπισμός

    noun masculine

    Situation médicale douloureuse et potentiellement dangereuse dans laquelle le pénis après l'érection ne retrouve pas sa flaccidité normale. [..]

    Si le priapisme n est pas traité immédiatement, des lésions du tissu pénien et une impuissance permanente peuvent en résulter

    Εάν ο πριαπισμός δεν αντιμετωπισθεί άμεσα, μπορεί να προκληθεί βλάβη του πεϊκού ιστού, η οποία μπορεί να επιφέρει μόνιμη απώλεια της στυτικής ικανότητας

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " priapisme " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Priapisme
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Πριαπισμός

    Priapisme Les médicaments ayant des effets alpha-adrénergiques bloquants sont connus comme pouvant induire un priapisme

    Πριαπισμός Τα φάρμακα με ανασταλτική δράση στους α-αδρενεργικούς υποδοχείς έχουν αναφερθεί ότι προκαλούν πριαπισμό

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "priapisme" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη