Μετάφραση του "profitable" σε Ελληνικά
Οι ωφέλιμος, επικερδής, κερδοφόρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "profitable" σε Ελληνικά.
profitable
adjective
masculine
γραμματική
Qui donne d'importants bénéfices. [..]
-
ωφέλιμος
adjectivePourtant, mon groupe regrette de devoir constater l'introduction dans ce rapport d'un nouveau concept, celui d'une concurrence fiscale profitable ou saine.
Προς μεγάλη δυσαρέσκεια της Ομάδας μου, εισήχθη όμως στην έκθεση μία νέα αντίληψη: ο ωφέλιμος ή υγιής φορολογικός ανταγωνισμός.
-
επικερδής
adjective masculineLa guerre est extrêmement profitable pour une organisation comme Sectragon.
Ο πόλεμος είναι εξαιρετικά επικερδής για έναν οργανισμό όπως το Sectragon.
-
κερδοφόρος
adjective -
αποδοτικός
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " profitable " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη