Μετάφραση του "profiter" σε Ελληνικά

Οι επωφελούμαι, κερδίζω, όφελος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "profiter" σε Ελληνικά.

profiter verb γραμματική

Obtenir un bénéfice de. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επωφελούμαι

    verb

    Les régions défavorisées n'en profitent pas, en général.

    Oι μειονεκτικές περιφέρειες δεν επωφελούνται τίποτε απ' αυτά.

  • κερδίζω

    verb

    Je n'aime pas profiter du malheur des autres.

    Δε θέλω να κερδίζω από τις δυστυχίες των άλλων.

  • όφελος

    noun neuter

    Essayer de profiter de votre indignation pour s'enrichir.

    Να μετατρέπεις τον δικαιολογημένο σου θυμό σε προσωπικό οικονομικό όφελος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ωφελούμαι
    • αποκομίζω
    • ευεργετούμαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " profiter " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "profiter" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "profiter" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη