Μετάφραση του "prolongation" σε Ελληνικά

Οι παράταση, μάκρος, διαιώνιση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "prolongation" σε Ελληνικά.

prolongation noun feminine γραμματική

Action de prolonger (1)

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παράταση

    noun feminine

    επιμήκυνση χρόνου [..]

    La prolongation de ce délai est nécessaire pour assurer la cohérence avec d'autres amendements proposés.

    Η παράταση της σχετικής προθεσμίας είναι αναγκαία για τη συνέπεια με άλλες προτεινόμενες τροποποιήσεις.

  • μάκρος

    noun
  • διαιώνιση

    noun
  • επιπλέον χρόνος

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " prolongation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Prolongation
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Παράταση

    Prolongation du délai d'exécution du marché

    Παράταση της προθεσμίας εκτέλεσης

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "prolongation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη