Μετάφραση του "prolongement" σε Ελληνικά
Οι παράταση, επέκταση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "prolongement" σε Ελληνικά.
prolongement
noun
masculine
γραμματική
-
παράταση
nounLe prolongement d'une telle situation ferait effectivement peser des risques sur les petites entreprises utilisatrices de métaux.
Η παράταση μιας τέτοιας κατάστασης πράγματι θα επέφερε κινδύνους για τις μικρές επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν μέταλλα.
-
επέκταση
nounPareilles mutations légales sont un prolongement – une expression nouvelle et élargie – du principe général d’égalité.
Αυτές οι νομοθετικές αλλαγές συνιστούν επέκταση –μια νέα και περαιτέρω έκφραση– της γενικής αρχής της ισότητας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " prolongement " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη