Μετάφραση του "raisonnable" σε Ελληνικά
Οι συνετός, λογικός, σοφός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "raisonnable" σε Ελληνικά.
raisonnable
adjective
masculine
γραμματική
-
συνετός
adjectiveSeul le temps montrera quelle solution s'avérera la plus raisonnable.
Τώρα είναι η στιγμή να δείξουμε ποια λύση είναι περισσότερο συνετή.
-
λογικός
adjectiveDans ce cas, le délai raisonnable est insuffisant».
Σ’ αυτήν την περίπτωση, η λογική προθεσμία είναι ανεπαρκής».
-
σοφός
adjective masculineDes parents raisonnables traitent leurs enfants comme eux-mêmes veulent être traités. — Matthieu 7:12.
Οι σοφοί γονείς φέρονται στους άλλους έτσι όπως θέλουν να τους φέρονται και εκείνοι.—Ματθαίος 7:12.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- φρόνιμος
- εύλογος
- δίκαιος
- τίμιος
- δικαιολογημένος
- ικανοποιητικός
- μυαλωμένος
- ευάρεστος
- λογικευόμενος
- οφειλόμενος
- επάξιος
- μετρημένος
- αιτιολογημένος
- έντιμος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " raisonnable " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη