Μετάφραση του "ramification" σε Ελληνικά

Οι διακλάδωση, παρακλάδι, κλάδος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ramification" σε Ελληνικά.

ramification noun feminine γραμματική

Conséquence ou développement qui complique un problème.

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διακλάδωση

    noun feminine

    Je suis sûr que vous comprenez les ramifications politiques si vous avez tort.

    Είμαι σίγουρος ότι καταλαβαίνετε την πολιτική διακλάδωση αν έχετε άδικο.

  • παρακλάδι

    noun neuter

    Les Volsung était une ramification directe du clan des Kodiak.

    Οι Βόλσουνγκ ήταν άμεσο παρακλάδι της φατρίας Κόντιακ.

  • κλάδος

    noun masculine
  • σκέλος

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ramification " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ramification" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη