Μετάφραση του "ramifier" σε Ελληνικά

Οι διακλάδωση, κλάδος, πραγματοποιώ διακλάδωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ramifier" σε Ελληνικά.

ramifier verb γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διακλάδωση

    noun feminine

    Ces polypes bourgeonnent et se ramifient en permanence

    Αυτοί οι πολύποδες βρίσκονται σε διαρκή βλάστηση και διακλάδωση

  • κλάδος

    noun masculine
  • πραγματοποιώ διακλάδωση

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ramifier " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "ramifier" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ramifier" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη