Μετάφραση του "ratifier" σε Ελληνικά

Οι επικυρώνω, εγκρίνω, επιβεβαιώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ratifier" σε Ελληνικά.

ratifier verb γραμματική

Approuver, confirmer dans la forme requise ce qui a été fait ou promis (1)

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επικυρώνω

    verb

    Les États membres devraient la ratifier au plus vite.

    Τα κράτη μέλη πρέπει να την επικυρώσουν το ταχύτερο δυνατόν.

  • εγκρίνω

    verb

    La plupart des points de l'amendement reprennent ce qui a déjà été ratifié par le Parlement.

    Τα περισσότερα σημεία της πρότασης τροπολογίας θίγουν αυτά που έχουν ήδη εγκριθεί από το Κοινοβούλιο.

  • επιβεβαιώνω

    verb

    Le Conseil tranche les éventuelles difficultés politiques et ratifie les décisions du comité.

    Το Συμβούλιο διευθετεί τις ενδεχόμενες πολιτικές δυσχέρειες και επιβεβαιώνει τις αποφάσεις της Επιτροπής.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ratifier " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ratifier" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη