Μετάφραση του "ratio" σε Ελληνικά
Οι λόγος, αναλογία, λόγος μεγεθών είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ratio" σε Ελληνικά.
ratio
noun
masculine
γραμματική
-
λόγος
noun masculineLes ratios sont calculés au moins une fois par an.
Οι λόγοι υπολογίζονται τουλάχιστον μία φορά κατ' έτος.
-
αναλογία
nounDans certains Länder, le véritable ratio était inverse.
Σε ορισμένα ομόσπονδα κρατίδια, η πραγματική αναλογία ήταν αντίστροφη.
-
λόγος μεγεθών
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ratio " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "ratio" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Αριθμοδείκτης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη