Μετάφραση του "ravissement" σε Ελληνικά
Οι απαγωγή, έκσταση, αγαλλίαση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ravissement" σε Ελληνικά.
ravissement
noun
masculine
γραμματική
-
απαγωγή
noun feminineαρπαγή και αιχμαλωσία
-
έκσταση
noun feminineOn se rapproche du ravissement.
Είμαστε ένα βήμα πιο κοντά στην έκσταση.
-
αγαλλίαση
noun feminineSur chacun de mes doigts, un petit oeil... clignait avec ravissement, enregistrait cette blancheur éclatante, et ce survol.
Σε κάθε δάχτυλο υπήρχε ένα μικρό μάτι... που κοιτούσε την απαστράπτουσα λευκότητα με αγαλλίαση.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αναρπαγή
- θαυμασμός
- ενθουσιασμός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ravissement " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη