Μετάφραση του "ravisseur" σε Ελληνικά
Το απαγωγέας είναι η μετάφραση του "ravisseur" σε Ελληνικά.
ravisseur
noun
masculine
γραμματική
Personne qui ravit, qui enlève avec violence [..]
-
απαγωγέας
Noun masculinePersonne qui ravit, qui enlève avec violence
Le ravisseur n'aurait pas pris ce temps s'il voulait juste satisfaire un besoin.
Αν ο απαγωγέας ήθελε να εκτονωθεί θα διάλεγε διαφορετικό τρόπο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ravisseur " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη