Μετάφραση του "relatif" σε Ελληνικά

Οι σχετικός, συγκριτικός, συγγενής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "relatif" σε Ελληνικά.

relatif adjective masculine γραμματική

relatif à la relation [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σχετικός

    adjective masculine

    Les mérites relatifs des projets proposés n’étaient pas évalués.

    Δεν αξιολογήθηκαν τα σχετικά πλεονεκτήματα των προτάσεων έργων.

  • συγκριτικός

    adjective masculine

    Ainsi, l'effet relatif qu'aurait l'ET, la technologie éducative,

    Η συγκριτική διαφορά που θα φέρει η Εκπαιδευτική Τεχνολογία (ΕΤ),

  • συγγενής

    noun masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • άποψη
    • σεβασμός
    • σκοπιά
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " relatif " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "relatif" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "relatif" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη