Μετάφραση του "relation" σε Ελληνικά
Οι σχέση, συγγένεια, σύνδεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "relation" σε Ελληνικά.
relation (avec qqn) [..]
-
σχέση
noun feminineσελίδα αποσαφήνισης εγχειρημάτων Wikimedia
J'ai une relation complètement différente avec elle que j'ai avec toi.
Η σχέση μου μαζί της είναι εντελώς διαφορετική απ'ό, τι μ'εσένα.
-
συγγένεια
noun feminineLa situation relative de nos familles fait d' une telle alliance entre nous une relation répréhensible
Η σχετική κατάσταση των οικο- γενειών μας θα καταδείκνυε... οποιαδήποτε συγγένεια μεταξύ μας ως ιδιαίτερα επιλήψιμη
-
σύνδεση
noun feminineJe veux croire qu'une vraie relation entre être humains est en fait possible.
Θέλω να πιστέψω ότι είναι δυνατή η αληθινή σύνδεση μεταξύ των ανθρώπων.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- διασύνδεση
- συνάφεια
- γνωριμία
- γνωστός
- αναλογία
- συνδετικότητα
- οικογενειακή σχέση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " relation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Σχέση
Relation avec d'autres accords
Σχέση με άλλες συμφωνίες
Φράσεις παρόμοιες με "relation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
οικονομικές σχέσεις
-
ανθρώπινες σχέσεις
-
σχέση τομέα
-
σχέση
-
σχέση συγχρονισμού
-
παράθυρο "Σχέσεις"
-
διαπροσωπική επικοινωνία
-
δημόσιες σχέσεις