Μετάφραση του "rendement" σε Ελληνικά

Οι απόδοση, παραγωγικότητα, αποδοτικότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rendement" σε Ελληνικά.

rendement noun masculine γραμματική

Profit ou revenu créé par l'investissement ou par une transaction commerciale. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απόδοση

    noun feminine

    Profit ou revenu créé par l'investissement ou par une transaction commerciale. [..]

    La technologie lactique était la mieux adaptée pour la valorisation du lait permettant des rendements fromagers plus élevés.

    Η τεχνολογία γαλακτικής ζύμωσης ήταν η καταλληλότερη για την αξιοποίηση του γάλακτος καθώς επέτρεπε υψηλότερη τυροκομική απόδοση.

  • παραγωγικότητα

    noun feminine

    de moderniser les techniques d'évaluation du rendement animal et de la qualité de la viande,

    να εκσυγχρονισθούν η παραγωγικότητα των ζώων και οι τεχνολογίες αξιολόγησης της ποιότητας του κρέατος,

  • αποδοτικότητα

    noun

    Chacun dans cette Assemblée sait que le rendement énergétique est la clef de voûte de la politique énergétique.

    Όλοι σε αυτό το Σώμα γνωρίζουμε ότι η ενεργειακή αποδοτικότητα είναι η πιο σημαντική συνιστώσα της ενεργειακής πολιτικής.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • παραγωγή
    • επίδοση
    • μέρισμα
    • επίτευγμα
    • αποδίδω
    • δραστικότητα
    • καρπός
    • δύναμη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rendement " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "rendement" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rendement" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη