Μετάφραση του "restreint" σε Ελληνικά
Το περιορισμένος είναι η μετάφραση του "restreint" σε Ελληνικά.
restreint
adjective
verb
masculine
γραμματική
-
περιορισμένος
adjectiveUn nombre restreint d’autres filiales de petite taille existaient également.
Υπήρχε επίσης περιορισμένος αριθμός άλλων θυγατρικών εταιριών μικρού μεγέθους.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " restreint " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "restreint" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
περιορισμένη διάδοση
-
ειδική θεωρία σχετικότητας · ειδική σχετικότητα
-
εκφοβίζω · καταστέλλω · οριοθετώ · παρεμποδίζω · περιορίζω · συγκρατώ · τρομοκρατώ
-
ασυγκράτητη · ασυγκράτητο · ασυγκράτητος
-
λογαριασμός περιορισμένων δικαιωμάτων
-
περιορισμένο πεδίο
-
ασυγκράτητη · ασυγκράτητο · ασυγκράτητος
-
ειδική θεωρία σχετικότητας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη