Μετάφραση του "restriction" σε Ελληνικά
Οι περιορισμός, οριοθέτηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "restriction" σε Ελληνικά.
restriction
noun
feminine
γραμματική
-
περιορισμός
noun masculineCes restrictions n’incluaient pas une restriction aux utilisateurs professionnels qualifiés ou titulaires d’une licence.
Οι περιορισμοί αυτοί δεν περιλαμβάνουν περιορισμό για χρήση μόνον από επαγγελματίες που είναι εκπαιδευμένοι ή διαθέτουν σχετική άδεια.
-
οριοθέτηση
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " restriction " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "restriction" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
περιορισμός τοποθεσίας
-
περιορισμός στη χρήση
-
περιορισμός του ανταγωνισμού
-
συναλλαγματικοί περιορισμοί
-
περιορισμοί Web
-
περιορισμοί στο εμπόριο
-
περιορισμοί στις εισαγωγές
-
επιτρεπόμενες κλήσεις
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη