Μετάφραση του "rhum" σε Ελληνικά

Οι ρούμι, ραμί είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rhum" σε Ελληνικά.

rhum noun masculine γραμματική

eau de vie [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ρούμι

    noun neuter

    boisson alcoolisée faite à partir de la canne à sucre [..]

    La distinction entre le pain et le rhum ne se discute pas.

    Ο διαχωρισμός ανάμεσα στο ψωμί και στο ρούμι δεν είναι υπό συζήτηση.

  • ραμί

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rhum " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rhum" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη