Μετάφραση του "rhume" σε Ελληνικά

Οι κρυολόγημα, συνάχι, κρύωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rhume" σε Ελληνικά.

rhume noun masculine γραμματική

Écoulement causé par l’irritation ou l’inflammation de ... [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κρυολόγημα

    noun neuter

    Maladie infectieuse virale et contagieuse qui affecte l'appareil respiratoire supérieur ; les symptômes sont la toux, des maux de gorge, un écoulement nasal, une congestion nasale et des éternuements. [..]

    Si quelqu'un n'a même qu'un rhume, je veux le savoir.

    Αν κάποιος είχε έστω ένα κρυολόγημα, θέλω να το ξέρω.

  • συνάχι

    noun neuter

    Écoulement causé par l’irritation ou l’inflammation de ... [..]

    Chaque écorchure ou rhume était une menace de mort.

    Κάθε γρατσουνιά στο γόνατο, κάθε συνάχι, ήταν θανάσιμη απειλή.

  • κρύωμα

    noun neuter

    La pleuroxis était a peine un rhume quand j'ai grandi sur Qresh.

    Η πλευροξία ήταν ένα απλό κρύωμα στον Κρες όπου μεγάλωσα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κρύο
    • κοινό κρυολόγημα
    • οξεία ρινοφαρυγγίτιδα
    • καταρροή
    • κρύος
    • ψυχρός
    • ψύχος
    • Κοινό κρυολόγημα
    • χαμηλή θερμοκρασία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rhume " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "rhume" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • κοινό κρυολόγημα · κρυολόγημα · οξεία ρινοφαρυγγίτιδα
  • είμαι κρυωμένος · είμαι συναχωμένος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rhume" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη