Μετάφραση του "ruissellement" σε Ελληνικά

Το απορροή είναι η μετάφραση του "ruissellement" σε Ελληνικά.

ruissellement noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απορροή

    noun

    Le drainage minier acide, probablement contaminés la nappe phréatique avec le ruissellement toxique.

    Τα όξινα αποστραγγιστικά πετρώματα, πιθανώς μόλυναν τον υδροφόρο ορίζοντα με τοξική απορροή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ruissellement " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "ruissellement" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ruissellement" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη