Μετάφραση του "rustique" σε Ελληνικά

Οι αγροίκος, αδούλευτος, ρουστίκ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rustique" σε Ελληνικά.

rustique adjective masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγροίκος

    adjective masculine
  • αδούλευτος

    adjective
  • ρουστίκ

    Le bungalow est bien rustique, pour quelqu'un d'aussi sophistiqué.

    Το εξοχικό παραείναι ρουστίκ για κάποια με εξεζητημένο γούστο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • χωριάτικος
    • αγρότης
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rustique " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "rustique"

Φράσεις παρόμοιες με "rustique" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rustique" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη