Μετάφραση του "saler" σε Ελληνικά

Οι αλατίζω, αλάτι, επιτραπέζιο αλάτι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "saler" σε Ελληνικά.

saler verb γραμματική

Assaisonner avec du sel. [..]

+ Προσθήκη

Γαλλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αλατίζω

    verb
  • αλάτι

    noun neuter

    Par «eau salée», on entend de l'eau dont le degré de salinité est élevé.

    «Αλμυρά νερά», ύδατα με σημαντική περιεκτικότητα σε αλάτι.

  • επιτραπέζιο αλάτι

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " saler " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "saler" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Αλμυρή λίμνη
  • αλμυρός λειμώνας
  • Ευκαιρίες πωλήσεων της Microsoft
  • μισθός
  • αισχρός · ακάθαρτος · αλατισμένος · αλμυρός · βρομο- · βρόμικος · βρώμικος · γαμημένο · λερωμένος · παλιο- · ρυπαρός
  • αλάτι · αλατισμένος · αλατούχος · αλατώδης · αλμυρός · παστός
  • αλμυρά ύδατα · αλμυρό νερό
  • αλμυρός λειμώνας
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "saler" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη