Μετάφραση του "salin" σε Ελληνικά
Οι αλατούχος, αλάτι, αλατώδης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "salin" σε Ελληνικά.
salin
adjective
masculine
γραμματική
-
αλατούχος
adjective masculineTransport du CO2 d'une installation industrielle (site sidérurgique) vers un site de stockage souterrain (aquifère salin)
Μεταφορά CO2 από βιομηχανικές εγκαταστάσεις (χαλυβουργείο) σε υπόγεια αποθήκευση (αλατούχος υδροφόρος ορίζοντας
-
αλάτι
noun neuterCette faculté d’adaptation est essentielle, car dans certains habitats la concentration saline peut varier considérablement en quelques heures.
Αυτό είναι σπουδαίο επειδή σε μερικούς βιότοπους η περιεκτικότητα σε αλάτι μπορεί να αλλάξει αξιοσημείωτα μέσα σε λίγες ώρες.
-
αλατώδης
adjective masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " salin " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "salin" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άλμη · άρμη · αλατούχος · αλατόνερο · αλυκή
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη